Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Παγωμένες εικόνες.

Yπάρχουν στιγμές που το μυαλό
παγώνει σε θύμισες.
Σ' εκείνο το καλοκαίρι του 90.
Σε μια βραδιά στο Booze.
Σε ένα μοναχικό περίπατο στο καταχείμωνο
Ομόνοια- Πειραιά γιατί δεν υπήρχε μία
ούτε στην τσέπη ούτε στην ψυχή.
Σ' εκείνο το συνειδητό δόσιμο με οσμή
ευτυχίας το '98.
Στη στιγμή που δεν θυμόμουν που ξύπνησα.
Στο αστεράκι εκεί κάπου στον Ωρίωνα
που δεν βγήκε ποτέ απ' την ψυχή μου.
Στην έλευση ενός αγγέλου 2 χρόνια πριν.
Στη μυρωδιά μούχλας το '86 σ' ένα παράξενο διαμέρισμα
στα Πατήσια, μούχλα ανακατεμένη με φυγή, ωδή
σε κάποιους που δεν άντεξαν .
Σε μια μαγική νύχτα με φιλαράκια μνήμες λατρεμένα, να
τρώμε δεινόσαυρους πριν 17 χρόνια .
......
Και ποτέ δεν λησμόνησα αυτό που είπες,
"Μη φεύγεις θα μετανιώσεις , δεν θα βρείς πολλούς
ανθρώπους εκεί έξω" ,
20 χρόνια πέρασαν ,
πόσο δίκιο είχες.
Κι όλο παλεύω για λιγότερη μοναξιά
κι'όλο κατρακυλάω στο Καβαφικό,
Δώδεκα και μισή πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Το ταξίδι...


Mα ακόμα δεν έχω καταλάβει τι έγινε,
σταματημένος στο φανάρι το τελευταίο
που θυμάμαι είναι το έντονο μπάσο κορνάρισμα,
ο ήχος των φρένων, το απόλυτο σκοτάδι.
Το σκοτάδι είναι η μόνη αλήθεια, το αντικειμενικό,
τα χρώματα είναι η απόλυτη ψευδαίσθηση,
η μετάφραση του ανθρωπίνου εγκεφάλου στην εισροή
φωτονίων μέσω του μετρίου οργάνου της όρασης.
Τώρα χωρίς μάζα κινούμε με την ταχύτητα του φωτός ,
για μένα πιά δεν περνάει ο χρόνος,
δεν υπάρχει χρόνος ή δεν αντιλαμβάνομαι την πάροδό του.
Συνειδητοποιώ απίστευτα γεγονότα, παρατηρώ τον Θεό.
Γελάω με την παλιά αντίληψη μου για τετραδιάστατο χώρο!
(3 χωρικές διαστάσεις και μια χρονική)… πόσο εγκλωβισμένος ήμουν.
Παρατηρώ έναν δεύτερο τετραδιάστατο χώρο
πολύ κοντά στον χώρο-σύμπαν-κόσμο που ζούσα .
Σαν δυο σελίδες χαρτί στο άπειρο του χωροχρόνου
που τις ενώνει μια δισδιάστατη επιφάνεια.
Δηλαδή 4+4+2=10, ένας δεκαδιάστατος χώρος
με την απαρχή του ταξιδιού…τι εκπλήξεις παραμονεύουν παρακάτω?
Θυμάμαι με απέχθεια το παλιό σαρκίο μου,
τον εγκλωβισμό μου στα μικρά κι’ ασήμαντα, παρελθόν,…
ίσως και μέλλον μου σ’έναν αέναο κύκλο,
αλλά μιλάω για έννοιες ουσιαστικά άστοχες,
το παρελθόν πέρασε και το μέλλον δεν ήρθε ακόμα,
το παρόν σαν κατατμημένη οντότητα ουσιαστικά
δεν υπάρχει,άρα και εγώ μάλλον δεν υπήρξα ποτέ ….
Τώρα ως άμαζο σωματίδιο συνεχίζω ένα ταξίδι
στις διαστάσεις με τον χρόνο σύμμαχο εξαιτίας της
σχετικότητας σ’ένα διαρκές παιχνίδισμα με τα
φωτόνια που συμπορεύονται …..
Κάπου είχα διαβάσει για μένα,
βαρυτόνιο θα μ’έλεγαν στον παλιό κόσμο μου………

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

Oχι και βάρος ο Ασημάκης

Kαρκίνος μεταστατικός, το πολύ 8-9 μήνες….

Μη το πείτε στον πατέρα, αρκετά.
Όσο αντέξει.
Μη το πείτε σας παρακαλώ.

Θα αρχίσουμε την χημειοθεραπεία?

Δε βγαίνουμε δεν έχει και ταμείο ο γέρος τι
θα κάνουμε θεέ μου.

Αυτό το γαμημένο το κράτος δε θα έπρεπε να
καλύψει τον Ασημάκη; έδωσε ψυχή κι’ αριστερό
χέρι για την πατρίδα ο Ασήμης ο γερμανοχαλαστής
λεβέντης παλiκαρόπουλο 20 χρονών τον τρομάξανε
οι καπεταναίοι, μήτε τον χάρο δε σεβόταν έλεγαν.

Άκουγε ο Ασημάκης βάρος πια.

Νόμισαν ότι δεν άκουγε νόμισαν ότι δεν καταλάβαινε.
Δεν είναι τίποτα πατέρα χολή και θα την εγχειρήσουμε.

Και κλαις για τη χολή ρε Σταυράκι, και ψυχοπονάς
για τη χολή ρε Λενιώ;
Μη φοβάστε δε μας έσκιασε ο Χίτλερ τη χολή θα φοβηθούμε?

Σηκώθηκε ο Ασημάκης.

Γειά σου κυρά τι φτιάχνεις σήμερα? Κοχλιούς, κοχλιούς μπουμπουριστούς
μην αργήσεις.
Όχι κυρά κι αν αργήσω μη σκιαχτείς, θα προσμένω εγώ.

Τι λέει πάλι ο αλαφροΐσκιωτος?

Ρούγισε προς τα δισεγγόνια ο Ασημάκης, βρε και των αγγονιών μου τα
παιδιά σάμπως σπορά μου δεν είναι τραγουδοσκέφτηκε.

Μα η Ουρανία η Ουρανιά με το μαγικό το βλέμμα θα μου λείψει
θα ψυχοκλάψω μαθές αλλά θα με θυμάται δε μπορεί να μη με θυμάται.
Απ’ όλη τη σπορά η Ουρανιώ ξεχωριστή, θα με θυμάσαι μπαγάσικο έτσι;
Θα με θυμάσαι αγρίμι ε;
Δε καταλαβαίνω παππού.
Δε πειράζει καταλαβαίνουν οι άγγελοι που
ακριβοθωρείς, εσύ δε θα ξεχάσεις.

Κέρασε το μαγαζί ρε τσιφούτη, όλο το μαγαζί !
Μα ρε Ασημάκη είναι κι ο κιοτής ο Μανούσος ο
δοσίλογος .
Όλο το μαγαζί είπα και το Μανούσο ρε, πιείτε πιείτε.
Κι αν πίκρανα σχωρέστε, κι αν αδίκησα λησμονείστε.

Ωχ το κατάλαβε ο Ασημάκης, παράξενος,
φωνάξτε τη κόρη ψυθίρισε ο κάπελας.

Ήπιε τις ρακές του ο Ασημάκης.

Κατέβηκε στο νεκροταφείο.
Βρήκε το τάφο της φαμίλιας,
Γεια σου πατέρα, γεια ρε μάννα,
Ήρθε η σειρά μου ψυχές μου.
Άνοιξε το μάρμαρο του οικογενειακού τάφου
Έκλεισε τη πλάκα.
Στα σκοτεινά με τη μπερέτα τίναξε
τα μυαλά του.

Όχι και βάρος ο Ασημάκης...

(Βασισμένο σε πραγματική ιστορία)

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Για μένα

Είναι δυνατόν εσύ να έχεις πρόβλημα δεν αναγνωρίζεις
ότι τα (γαμώ το word δεν θέλω κάθε γραμμή κεφαλαίο
επιστημονοφανείς καριόληδες , γαμώ το 1.000.000 ρυθμίσεις
για να γράψω ένα κείμενο) τέλος πάντων που είχα μείνει …
δεν έχω δικαίωμα να έχω μαύρες
στραβές τρισάθλιες στιγμές πρέπει να
είμαι συνέχεια ευτυχισμένος έτσι πρέπει όλα μου
έκατσαν καλά και δεν πρέπει να δυστυχώ ούτε
κατ’επιλογήν έστω.
Όχι ρε δικαίωμα ναι δικαίωμα να αντιδρώ να δυστυχώ
να συχτιριάζω για τα στραβά μου για τα κομπλεξικά μου,
για τη γαμημένη τη δουλειά για τους γαμημένους που
προέκυψε πρόβλημα στη Θεσσαλονίκη κι εγώ πρέπει
να το λύσω χτές αλλιώς μπορεί να τη ψάξουν αλλού,
για ανθρώπους που σιχαίνομαι αλλά πρέπει να
συναναστρέφομαι (σ’ένα καθρέφτι μαγικό άστραφτες σα βεγγαλικό
σε είδα…τι μούρθε τώρα ).
Mα στο βλέμμα της κόρης δεν ξεχνάς?
Όχι λατρεύω αλλά δε ξεχνάω, φορτώνω, με ανθρωπάκια που
με δυναστεύουν με Πολύδωρες και Αλογοσκούφηδες με ΜΜΕ
που με συνθλίβουν , με δεσποτικές συμπεριφορές που
ΘΕΛΩ και με καβαλάνε , με λογιστές εμπόρους δήθεν κι εγώ
ο πιο δυστυχής δήθεν.
Με απουσίες που διεκδικούν κομμάτια της ζωής μου.Τ’ακούς?
Πώς δεν μπορώ δεν πρέπει να νοιώθω έτσι γιατί υπάρχουν
άνθρωποι σε χειρότερη κατάσταση και το παλεύουν
(τα μάτια κάπως παίξανε στης τουφεκιάς τον ήχο..άλλο πάλι)
εγώ δηλαδή τι κάνω δεν το παλεύω?
Σχέσεις unσχέσεις οργή . Το μεγάλο μας τσίρκο.
Με καθημερινές αηδιαστικές δήθεν συμπεριφορές,
για μένα μιλάω τώρα.«Πριν το τέλος πως μοιάζει η σιωπή
σαν αγάπη μεγάλη».
Όχι ρε δεν θέλω ορθογραφικό έλεγχο όχι άλλη
παραμετροποιημένη ζωή μια αισχρή γραφομηχανή
χωρίς παραμέτρους μπορώ να έχω κι ας διαλυθώ
απ’τα ορθογραφικά.
Μήπως υπάρχει αυτόματος διορθωτής για πορείες
πουχαράξαμε?, αν όχι δώστε μου τότε εκείνη τη αισχρή
γραφομηχανή άνευ παραμέτρων.
"Λεγεωνάριος χρόνια και χρόνια μόνος κι’ασήμαντος παλιοσειρά".
Τώρα γιατί γράφω? Να μ’ ακούσω ίσως να μοιραστώ ακόμα πιο απίθανο.
Παραμύθα φυσική χημική νοητική καλύτερα έτσι.
Κυλάω βρομιάρικο νερό,
πως θα ήθελα να ήμουν τώρα ρε DCD
αυτή την ώρα ξέρεις εκεί στους καταρράκτες
να βουτάω στο σκοτεινό στοιχειό από ψηλά χωρίς τουρίστες,
τώρα έπρεπε να ήμουν εκεί αυτή την ώρα στα βράχια κρεμασμένος,
με τον πραγματικά καθάριο ουρανό να περιμένει πάντα την άφιξη.
Αύριο καινούργιος ήλιος γέλα παλιάτσο...
(πάλι ξύπνησα με κάτι όνειρα μισά και τρομαγμένα..)

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2007

Το Λησμοβότανο



Θέλω να χαθώ στις μυριάδες των χρόνων,
να αστροκουλουριάσω την ψυχή μου να αγαλιάσει,
να ξεχάσω, να θυμηθώ την αρχή,να δω στο τέλος μου την αναγέννησή,
θέλω να παιχνιδίσω,να κολυμποπετάξω στην μαύρη ύλη
και να προσπαθώ να φτάσω τις κοντινές μου φλογίτσες.
Ανάστροφα σαν σε θάλασσα να χαζεύω την Ανδρομέδα,
να βλέπω το πολύχρωμο βασίλεμα των δύο σφιχταγκαλιασμένων
ήλιων σε κάποιο πλανήτη στην Λύρα.
Φωτιά και σκοτάδι σαν ελπίδα και πραγμάτωση όμοια.
Σας παρακαλώ φίλοι μου,μην μ'αφήσετε να επιστρέψω,
ιδρωμένος ασθμαίνωντας να προσπαθώ να επιβιώσω,
όχι κι εσύ,αν μ'αγαπάς μην μ'αφήσεις να επιστρέψω,
δεν μπορώ άλλες θλιβερές Παρασκευές.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2007

O κανένας


Σκυμμένος πάνω στα χιλιάδες χαρτιά του, γραφική φιγούρα, ξερακιανός με κάτι γυαλιά με τεράστιους φακούς, δεν αισθανόταν καλά σήμερα.
Χωμένος σ'αυτό το γραφειάκι 20 χρόνια τώρα, πέράσαν άραγε τόσα χρόνια;
Υπήρξε αυτός εκεί όλον αυτό τον καιρό ή πέρναγαν τα χρόνια ερήμην του. Όχι δεν αισθανόταν καλά σήμερα...
Οι συνάδελφοί του πέρναγαν από δίπλα του αλλά ήταν σα να μην τον έβλεπαν, "παραμένω αόρατος" σκέφθηκε... Mπά όχι, την τυπική καλημέρα του την έλεγαν κάθε πρωί, "όχι δεν είμαι αόρατος", μα απ'την άλλη όλοι τρώνε μαζί, γελάν μαζί, μιλάνε μεταξύ τους αλλά εκείνου μόνο τα ανούσια τ'άψυχα...Όχι δεν αισθανόταν καλά σήμερα.
"Άντε βρε φουκαρά σήκω να φύγεις κι' εσύ πήγε δέκα η ώρα", άκουσε την φωνή του προϊστάμενου του. Πότε πήγε δέκα, πότε φύγανε οι άλλοι..γιατί δεν τους άκουσε.
Σήκω φουκαρά...η έκφραση αυτή στοίχειωνε στο μυαλό του.. σήκω φουκαρά.Αντί να γυρίσει όπως κάθε μέρα με το λεωφορείο άρχισε να περπατάει...πόσο περπάτησε ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε..
Η μάνα τι να κάνει άραγε η μάνα σήμερα! Ξαφνικά άστραψε στο μυαλό του η εικόνα της...κατάκοιτη και μόνη της, θα έχει τρελαθεί απο την αγωνία, αλλά για στάσου για ποια αγωνία για εκείνον μόνο ή για κείνη περισσότερο...Όχι δεν αισθανόταν καλά σήμερα.
Μοσχοβόλησε νυχτολούλουδο,μύρο που ραίνει η νύχτα τα παιδιά της...
Ενα κόκκινο φεγγάρι,συμπορευτής,κόκκινο σα την ορμή των παιδικάτων του,σαν τη ζωή που λησμόνησε,σα την Ελένη που έχασε αδύναμος μπροστά στη θέληση άλλων,την Ελένη,πόσο πραγματικά την αγάπησε,πόσο μικρά φέρθηκε,πάντα ο φόβος,πάντα η θέληση κάποιων άλλων.
Του φάνηκε σα να γλυκοχαράζει, πόσο περπάτησε; Είχε ξεμακρύνει τώρα απ'την Πόλη ούτε ήξερε που ήταν...αλλά τι ομορφιά είχε αυτό το γλυκοχάραμα, σαν πρώτη φορά εδώ και χρόνια που ξημερώνει.
Του μαστίγωνε το πρόσωπο το πρωινό αγέρι και εκείνος αισθανόταν σαν τον χάιδευαν άγγελοι, χαμογέλασε στον ήλιο που βαριεστημένα μόλις ξεκίναγε το καθημερινό δρομολόγιο ,κι οι μυρωδιές, αχ αυτές οι μυρωδιές, ποτέ άλλοτε δεν τα' χε εκτιμήσει όλα αυτά όπως τούτη τη στιγμή.
Προχώρησε κι άλλο μέχρις εκεί που τέλειωνε ο δρόμος, μέχρις εκεί που τέλειωνε κι' η γή προχώρησε μέχρι που δεν αισθανόταν πια χώμα κάτω απ'τα πόδια του, μέχρις εκεί που δεν αισθανόταν πια το βάρος, πρώτη φορά ελεύθερος...
Στο γραφείο δεν θα τον ξανάβλεπαν πια τον ξερακιανό...μα μήπως τον είδαν και ποτέ.

Βουτιά στον Άδη.

8η ώρα στη δουλειά, κι ο τοίχος εκεί αμίλητος.
Καλημέρα Αλέξη.
Καλημέρα παιδιά.
Δευτέρα με μυρωδιά μούχλας.
Έφυγαν τα fax?
Έφυγαν έφυγαν, όχι δεν θα τον κοιτάξω τον ρημαδιασμένο.
Άσπρος, του πλάκωνε τη ψυχή ο τοίχος, έκλεινε το διάβα του,
έκρυβε το φώς, του ρήμαζε τη ζωή.

Ρε ηλίθιε έφυγαν τα fax με τόσα ορθογραφικά λάθη δεν
μπορούσες να τα δείς πριν τα στείλεις?
Κι η γκόμενά σας που τα συνέταξε δεν μπορούσε να μη τα κάνει
σκέφθηκε ο Αλέξης από μέσα του. Πάντα από μέσα του, συχνά αναρωτιόταν αν
ζούσε μόνο μέσα του, του φαινόταν ότι απ’έξω δεν υπήρχε.
Άλλαξε χρώμα το ντουβάρι η μου φαίνεται? Σα να μαυρίζει.


8η ώρα στη δουλειά, κι ο τοίχος εκεί αμίλητος.
Αλέξη τέλειωσες τον ισολογισμό να τον υπογράψει ο λογιστής?
Όχι ρε Μαρία πιστεύω σήμερα να τελειώσω.
Μα τι κάνεις τέλος πάντων τελειώνουν οι προθεσμίες.
Σα φυλακή ο τοίχος όλο και τον στένευε τον Αλέξη.

8η ώρα στη δουλειά, κι ο τοίχος εκεί αμίλητος.
Πολύ φασαρία σήμερα, δε τη μπορεί τη φασαρία νοιώθει να ιδρώνει.
Δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω.
Κάτι δε πάει καλά, φεύγω για λίγο να πάρω αέρα..
Τι λες ρε άχρηστε που σε μάζεψε ο πατέρας μου, και την έχεις δει πάγιο
όποτε θες πετάς ένα θέλω αέρα και φεύγεις, να παλουκωθείς έχουμε δουλειά,
κι αν δε σ’ αρέσει παραιτήσου κατάλαβες?
Κατάλαβα, φυσικά και σας κατανόησα πλήρως.
Ειρωνεύεσαι ρε?

8η ώρα στη δουλειά, κι ο τοίχος εκεί αμίλητος.
Υπόγειο στο κέντρο της Αθήνας, σα να βούτηξε στον Άδη χρόνια
τώρα ο Αλέξης.
Τον ισολογισμό τον τέλειωσε.
Τα report για τις πωλήσεις τυπώνονται.
Αυτός ο ήχος του εκτυπωτή σα ριπές όπλων που τον εκτελούν.
Σκοπεύσατε-πυρ.
Πάλι η γνωστή δύσπνοια.

8η ώρα στη δουλειά, κι ο τοίχος εκεί αμίλητος.
Φωνές πάλι στο γραφείο, βοή κι’οι καλημέρες θόρυβος χωρίς ουσία.
Ξέρεις έχουμε meeting πρέπει να έρθουμε και το Σάββατο όχι
όλοι αλλά όσοι είναι στελέχη αυτής της εταιρείας και την πονάνε,
βρε τον τοίχο πάλι κοιτάς, άκουσες τι σου είπα?
Ναι ναι κατάλαβα θα έρθω.

8η ώρα Σάββατο στη δουλειά, κι ο τοίχος εκεί αμίλητος.
Κάτι έγραφε ο άνθρωπος-γραβάτα στο πλαστικό πίνακα,
στόχοι τζίροι businessplan πιστωτική πολιτική ήχοι ακατάληπτοι, απάνθρωποι.
Ήταν όλοι απορροφημένοι στα τίποτά τους,
κανείς δεν είδε τη λάμψη στα μάτια του Αλέξη,
ούτε το κρυμμένο κουζινομάχαιρο μάλλον πρόλαβαν να δουν.
Σαν αφιονισμένος τους όρμηξε, και το κατέβαζε ξανά και ξανά και ξανά.
Επιτέλους ησυχία.
Πήρε τον μαρκαδόρο ο Αλέξης ζωγράφισε ένα παράθυρο στον τοίχο κι΄ απόμεινε
εκεί να χαίρεται το αεράκι που επιτέλους φρέσκο πλημμύριζε το θλιβερό υπόγειο.

Αγνάντι....



Τώρα τελευταία όλο και πιο πολύ μού'ρχεται να κάνω το τηλεσκόπιο σκαρί,να σαλπάρω μια και καλή για τ'άστρα.
Σκοτεινιάζει γύρω,με πνίγουν ορθολογιστές και λογιστές,με πνίγουν συνάνθρωποι απάνθρωποι,με πνίγει το αυτονόητο των πλειοψηφιών,1000 νεκροί είδηση χωμένη κάτω απ'το πόσο θα τιμωρηθεί η ΑΕΚ η ο Παναθηναικός,με πνίγει ο διπλανός,ο μανιακός στ'αυτοκίνητο,τι ν'αλλάξω?,ούτε μένα δεν μπορώ ν'αλλάξω.
Βίρα ,δεν με σηκώνει ο τόπος...όχι μάλλον ο χρόνος.....
Τώρα αυτή η ρημάδα ηλιαχτίδα απο που τρύπωσε?

Κι'όμως σήμερα........



Που να βρεις χώρο στο πάρκινγκ του
νοσοκομείου, γενικός χαμός.
Σιωπηρές αμείλικτες στιγμές, γύρω-γύρω
τις γειτονιές για μια πολύτιμη θέση.
Εξω παιδιά σε εορταστική παράκρουση,
κι εκείνο το καινούργιο εμπορικό κέντρο τεράστιο.
Θα πάμε βρε μη στεναχωριέσαι, θα πάμε….
Να μια θέση κενή, λαχείο…ναι αλλά δεν είμαστε
λίγο μακριά; Δε βαριέσαι θα περπατήσουμε
και λίγο έτσι ψυχή μου;
Έλα….μη κοντοστέκεσαι …τι ακούς;
Έλα βρε εγκαταλελειμμένο είναι το σπίτι
δε το βλέπεις; Πρέπει να ήταν πανέμορφο
κάποτε, παλιές μονοκατοικίες, ανάσες ζωής
σε μια πόλη που σκοτώνει.
Έλα πάμε, μα για στάσου κι’ εγώ κάτι ακούω..
Βογκητό είναι αυτό; Κάποιος είναι μέσα..
Μείνε λίγο πίσω μου πάω να δω…
Ναι περίμενε, ένας γεράκος με το σκυλί
του, πεινασμένος μάλλον, αλλά για στάσου
τα ρούχα του είναι άψογα και το σκυλί δεν
φαίνεται αρρωστιάρικο, αντίθετα περήφανο
φύλακας δίπλα στον ηλικιωμένο…

Είσαι καλά παππού;

Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο σκαμμένο
πρόσωπο.

Μόνος παππού τέτοιες μέρες..
θές κάτι …πονάς;

Θα ειδοποιήσω την κοινωνική υπηρεσία
…μπορώ να βοηθήσω. Μη φύγεις περίμενε
θα έρθω πάλι μόλις τελειώσω μια επείγουσα
δουλειά, μη φύγεις…Βρε Νίκο πρόσεχε
το σκυλί μη σε δαγκώσει…Κοίτα πως κάθεται
γαλήνιο ..μη παιδί μου δε κάνει να σε γλύφει.
Ελα πάμε. Αλήθεια πως σε λένε παππού;
Eντάξει κατάλαβα δεν είσαι και πολύ ομιλητικός,
Με αντάμειψε όμως το χαμόγελο σου μπάρμπα!
Περίμενε θα γυρίσουμε…. Μ’ακούς.

Όχι δεν είναι δυνατόν, λάθος αποτελέσματα μου
φέρατε, αυτή είναι η μαγνητική άλλου ασθενούς,
αδελφή σας καθιστώ προσωπικά υπεύθυνη…

Τι λέει ο γιατρός….δεν καταλαβαίνω…
Όπως δεν κατάλαβα ποτέ και το γιατί…
Θυμάμαι τον πόνο και τ’αθώα σου μάτια παιδί
μου….Ακτινοβολίες, χημειοθεραπείες….
Και υπομένεις καρτερικά..
Πάλεψέ το βρε Νικόλα, παιδικός επιθετικός
μεταστατικός καρκίνος μας είπαν μετά από
‘κείνα τα παράξενα συμπτώματα.
Πάλεψέ το ψυχή μου..μη με κοιτάς μόνο έτσι
δεν μπορώ να βοηθήσω πια δεν είμαι θεός…

Μα για μια στιγμή…μήπως έχει κάποιο
πρόβλημα το μηχάνημα…κοιτάξτε την
μαγνητική του προηγούμενου μήνα με
την τωρινή…απίστευτο… καθαρή…
χωρίς σκιές. Μη πείτε ακόμα τίποτα στον
πατέρα να το διασταυρώσουμε…

Δάκρυσες γιατρέ, τι έπαθες τώρα; τόσους
μήνες δίνουμε τον αγώνα, το ξέραμε ότι
θα χειροτερέψει…
Όχι όχι δεν είναι αυτό…το αντίθετο μάλιστα,
δεν υπάρχει τίποτα, καμιά σκιά κανένας
όγκος, το παιδί είναι υγιέστατο, μη με ρωτήσετε
δεν ξέρω..πρώτη φορά μου συμβαίνει..ο
οργανισμός του ίσως…αντιμετώπισε τελικά μόνος..
τι να πώ…δεν τό χω ξαναδεί, τέτοια βελτίωση
σε τόσο μικρό διάστημα…

Νικόλα χαμογέλα καρδιά μου, έγινε θαύμα, απίστευτο.
Γελάς…πάλι εκείνο το κοκκινωπό χρώμα στο
προσωπάκι σου, πόσο καιρό είχα να δώ αυτό το
χρώμα, τη σπίθα της ζωής. Τρέμουν τα πόδια μου
..που έχω αφήσει τ’αμάξι, που να το πούμε αγόρι
μου και να μας πιστέψουν.

Να τ’αυτοκίνητο ..περίμενε θέλω να δώ τον
παππού, αυτή την όψη του τη θυμάσαι παιδί
μου…ελπίζω να μην έφυγε…άνοιξε την πόρτα..
παππού άνοιξε ….δεν άργησα, άνοιξε…
κοίτα τι έφερα…

Τι χτυπάτε καλέ, δεν βλέπεται ότι το σπίτι
είναι έρημο, μπα σε καλό σας ,χρόνια έχει
να μείνει άνθρωπος.

Μα εδώ δεν μένει ένας ηλικιωμένος με το σκύλο του;…

Με έναν σκύλο καφέ τεράστιο;

Nαι καλή μου μήπως τον είδες…

Ήξερες τον κύριο Μενέλαο; τώρα τον θυμήθηκες
και σύ, πάνε έξι χρόνια που πέθανε, στο εξωτερικό ήσουν;
Αξιοπρεπής άνθρωπος, αλλά τον τσάκισε ο χαμός της
κόρης του απ’την κακιά αρρώστια.
Κλείστηκε στο σπίτι του, παραιτήθηκε απ’τη ζωή.
Μόνο με το σκύλο του μιλούσε!Τσακισμένος βράχος.
Ολοι στη γειτονιά τον συμπονούσαμε του πηγαίναμε
ένα πιάτο φαί..
Μα σήμερα πριν απο.....
Απο δικούς κανένας ,εξαφανίστηκαν όλοι, βάρος
βλέπεις ο κυρ’Μενέλαος πιά.
Πέθανε κι ησύχασε, αλλά και το σκυλί,
μπουκιά δεν ξανάβαλε στο στόμα του.
Η μάννα μου τ’αγάπαγε πολύ ,του έδινε νερό, φαγάκι
αλλά του κάκου.
Εφυγε κι’αυτό ένα μήνα μετά,τι σου είναι τα ζωντανά!.

Κοίταξε ο Νικόλας ψηλά…

Τώρα έτσι όπως καθόταν στο τζάκι
χάζευε με τη φωτιά κι’έπαιζε,
σα να τον πήρε μια ανάσα, σα
να του φάνηκε ότι δεξιά του ήταν ένας
γνώριμος τετράποδος φίλος και στ’άλλο πλάι
μια οικία φυσιογνωμία που αχνογέλαγε και
έβαζε το δάχτυλο μπροστά στο στόμα…
Μείνετε ήσυχοι δεν θα πώ ότι σας είδα πάλι
...καθήστε όμως ν’ ανοίξουμε τα δώρα
μαζί...