Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2007

O κανένας


Σκυμμένος πάνω στα χιλιάδες χαρτιά του, γραφική φιγούρα, ξερακιανός με κάτι γυαλιά με τεράστιους φακούς, δεν αισθανόταν καλά σήμερα.
Χωμένος σ'αυτό το γραφειάκι 20 χρόνια τώρα, πέράσαν άραγε τόσα χρόνια;
Υπήρξε αυτός εκεί όλον αυτό τον καιρό ή πέρναγαν τα χρόνια ερήμην του. Όχι δεν αισθανόταν καλά σήμερα...
Οι συνάδελφοί του πέρναγαν από δίπλα του αλλά ήταν σα να μην τον έβλεπαν, "παραμένω αόρατος" σκέφθηκε... Mπά όχι, την τυπική καλημέρα του την έλεγαν κάθε πρωί, "όχι δεν είμαι αόρατος", μα απ'την άλλη όλοι τρώνε μαζί, γελάν μαζί, μιλάνε μεταξύ τους αλλά εκείνου μόνο τα ανούσια τ'άψυχα...Όχι δεν αισθανόταν καλά σήμερα.
"Άντε βρε φουκαρά σήκω να φύγεις κι' εσύ πήγε δέκα η ώρα", άκουσε την φωνή του προϊστάμενου του. Πότε πήγε δέκα, πότε φύγανε οι άλλοι..γιατί δεν τους άκουσε.
Σήκω φουκαρά...η έκφραση αυτή στοίχειωνε στο μυαλό του.. σήκω φουκαρά.Αντί να γυρίσει όπως κάθε μέρα με το λεωφορείο άρχισε να περπατάει...πόσο περπάτησε ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε..
Η μάνα τι να κάνει άραγε η μάνα σήμερα! Ξαφνικά άστραψε στο μυαλό του η εικόνα της...κατάκοιτη και μόνη της, θα έχει τρελαθεί απο την αγωνία, αλλά για στάσου για ποια αγωνία για εκείνον μόνο ή για κείνη περισσότερο...Όχι δεν αισθανόταν καλά σήμερα.
Μοσχοβόλησε νυχτολούλουδο,μύρο που ραίνει η νύχτα τα παιδιά της...
Ενα κόκκινο φεγγάρι,συμπορευτής,κόκκινο σα την ορμή των παιδικάτων του,σαν τη ζωή που λησμόνησε,σα την Ελένη που έχασε αδύναμος μπροστά στη θέληση άλλων,την Ελένη,πόσο πραγματικά την αγάπησε,πόσο μικρά φέρθηκε,πάντα ο φόβος,πάντα η θέληση κάποιων άλλων.
Του φάνηκε σα να γλυκοχαράζει, πόσο περπάτησε; Είχε ξεμακρύνει τώρα απ'την Πόλη ούτε ήξερε που ήταν...αλλά τι ομορφιά είχε αυτό το γλυκοχάραμα, σαν πρώτη φορά εδώ και χρόνια που ξημερώνει.
Του μαστίγωνε το πρόσωπο το πρωινό αγέρι και εκείνος αισθανόταν σαν τον χάιδευαν άγγελοι, χαμογέλασε στον ήλιο που βαριεστημένα μόλις ξεκίναγε το καθημερινό δρομολόγιο ,κι οι μυρωδιές, αχ αυτές οι μυρωδιές, ποτέ άλλοτε δεν τα' χε εκτιμήσει όλα αυτά όπως τούτη τη στιγμή.
Προχώρησε κι άλλο μέχρις εκεί που τέλειωνε ο δρόμος, μέχρις εκεί που τέλειωνε κι' η γή προχώρησε μέχρι που δεν αισθανόταν πια χώμα κάτω απ'τα πόδια του, μέχρις εκεί που δεν αισθανόταν πια το βάρος, πρώτη φορά ελεύθερος...
Στο γραφείο δεν θα τον ξανάβλεπαν πια τον ξερακιανό...μα μήπως τον είδαν και ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: